Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Ξημερώνει


Πώς να σκιτσάρω τη μορφή σου σε χαρτί
και πώς εσύ μια μελωδία να διαλέξεις...

Ίσως και να μην υπήρξες ποτέ
Μπορεί και νά'σουν μια απάτη

σαν αυτές που σέρνονται στα υπόγεια σοκάκια του μυαλού
πάντα θαμμένος βαθιά
κλειδωμένος σε σεντούκια που δεν βρέθηκαν

Και γω που νόμιζα πως είχα το κλειδί- τι αφελής...

Κάνω μια βόλτα στο δωμάτιο περιμένοντας κάτι ν' αλλάξει

Είσαι ακόμη εδώ, μα τώρα έχω πάψει να σκέφτομαι
Η σιωπή σε σπρώχνει πάλι πίσω...μακριά
Κλείνω το φως και σκίζω με μανία το χαρτί

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Λίγο θάρρος ακόμη

Άλλη μια γκρίζα νύχτα και η θύμιση σου φτάνει ως το μπαλκόνι μου
Χτυπά δειλά την πόρτα, κι'ύστερα τρέχει, χάνεται μες'τα σκοτάδια του μυαλού
Δεν μπόρεσες κι'απόψε να διαβείς το κατώφλι μου
Μόνο περίμενες σιωπηλά μήπως σε δω να στέκεις
Κρυμμένος πίσω απ'τις λέξεις που δεν πρόφτασες να πεις,
ντυμένος μ'ολα εκείνα που αρνήθηκες να νιώσεις
Μα πες μου αλήθεια...πώς να ξορκίσω αυτή την ένοχη σκιά;
Τρέφει το νου που σε γυρεύει εκεί στη δύση
Κλαίει ξανά που δεν κατάφερες να'ρθείς

Ίσως αν ήξερες...

Δεν με χωρούσε άλλο το δωμάτιο. Ούτε ο γνώριμος χώρος, η αναπαυτική μου καρέκλα, το pc...ούτε και οι ξένοι φίλοι μου μπόρεσαν να με κρατήσουν εκεί απόψε.
Πάνε μέρες τώρα που μεθώ με ανούσιες ειδήσεις, χαζεύω σε ψεύτικες βιτρίνες, το "ρίχνω έξω" με ψηφιακό ήχο.
Μέσα απ' τη ζάλη της οθόνης, ένιωσα για μια στιγμή το δροσερό αέρα που άγγιζε διστακτικά την κουρτίνα.
Βγήκα τρέχοντας στο μπαλκόνι. Τι έχανα εκεί μέσα...; Πόσο γαλήνια μοιάζουν όλα μέσα στη νύχτα;
Ένα φως σβήνει στην απέναντι πολυκατοικία. "Καληνύχτα", είπα από μέσα μου, χωρίς να ξέρω σε ποιόν απευθυνόμουν και γιατί.
Ησυχία. Ακόμη κι 'οι μοτοσικλέτες χάνονται μεσ' τη σιωπή, θαρρείς και σφράγισαν για λίγο το στόμα της μηχανής τους.
Σταματά να με νοιάζει το αύριο και ρίχνω κλεφτές ματιές στον ουρανό...
Για φαντάσου...αν κοιτάξεις με προσοχή, υπάρχουν στ' αλήθεια αστέρια εκεί ψηλά... Δε φέγγουν πολύ...ίσα που φαίνονται για να θυμίζουν πως υπάρχει κόσμος και πίσω από την τσιμεντούπολη.
Ο αέρας δυνάμωσε ακόμη λίγο. Ένα παράθυρο κλείνει ερμητικά στον επάνω όροφο και μετά...σιωπή.
Ο χρόνος σταματά και σειρές από σκέψεις κάνουν παρέλαση στις λεωφόρους του μυαλού. Εικόνες απ' το χθες γεμίζουν το θολό από το νέφος τοπίο. Πρόσωπα, πόλεις, μουσικές...σκηνές που ο χρόνος αρνήθηκε να σβήσει.
Μα...το αύριο...; Που είναι το αύριο; Πού 'χεις τα όνειρα, τις σκέψεις....τις ελπίδες; Φοβάσαι, για δε θέλεις να μου δείξεις;
Πόσο λίγο με ξέρεις...αντέχω σου λέω. Τα σκάλισα λιγάκι μοναχή μου όσο κοιμόσουν... Μη θαρρείς πως ζω στην άγνοια....όμως πες μου να χαρείς...θέλω να τ’ ακούσω κι'από σένα, μήπως και βγουν γλυκές οι λέξεις απ' το πικρό σου στόμα.
Αλίμονό μου...πάντα έτσι ήσουν...πείσμα στο πείσμα κι' αμέτρητα παιχνίδια με έπαθλό τους όνειρα χαμένα...
Άλλο ένα φως σβήνει απέναντι, μα δεν έχω πια διάθεση για "καληνύχτες". Ήπια την τελευταία γουλιά απ' το κρασί, και γύρισα σκυμμένη στο μικρό κελί μου.